Τα funds εμφανίζονται συχνά ως ένας απρόσωπος και επιθετικός μηχανισμός είσπραξης. Όμως ο δανειολήπτης δεν πρέπει να θεωρεί την υπόθεσή του χαμένη πριν ελεγχθούν η απαίτηση, η νομιμοποίηση, η μεταβίβαση, οι τόκοι, οι πράξεις εκτέλεσης και οι δυνατότητες άμυνας ή διαπραγμάτευσης.
Ο δανειολήπτης δεν συντρίβεται πάντοτε από την ίδια την οφειλή. Πολύ συχνά συντρίβεται από την αίσθηση ότι απέναντί του υπάρχει πλέον ένας μηχανισμός τόσο απρόσωπος, τόσο οργανωμένος και τόσο επιθετικός, ώστε κάθε αντίσταση μοιάζει μάταιη. Αυτή ακριβώς είναι η πρώτη μεγάλη παγίδα. Διότι πριν ακόμη ελεγχθεί ποιος ζητά, με ποια νομιμοποίηση ζητά, ποια απαίτηση επικαλείται, πώς την απέκτησε, πώς την υπολόγισε και αν δικαιούται πράγματι να απειλεί την κατοικία ή την περιουσία του οφειλέτη, ο άνθρωπος οδηγείται ψυχολογικά στο συμπέρασμα ότι η υπόθεση έχει ήδη χαθεί. Και όταν ο δανειολήπτης αποδεχθεί μέσα του ότι είναι χαμένος, τότε έχει προσφέρει στο fund το σημαντικότερο πλεονέκτημα: την παραίτησή του πριν από τη μάχη.
Αυτό είναι που δεν πρέπει να συμβεί. Η διαταγή πληρωμής, η επιταγή προς πληρωμή, η κατάσχεση και ο πλειστηριασμός είναι πράξεις σοβαρές και πολλές φορές εξαιρετικά επικίνδυνες. Δεν είναι όμως πράξεις υπεράνω ελέγχου. Δεν είναι τελεσίγραφα που πρέπει να γίνουν δεκτά επειδή προέρχονται από μία εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων ή από ένα fund. Είναι νομικές πράξεις, που πρέπει να ελεγχθούν ως προς την τυπική και ουσιαστική τους νομιμότητα, ως προς τη νομιμοποίηση εκείνου που τις επισπεύδει, ως προς την απαίτηση που επιδιώκεται, ως προς τον τρόπο υπολογισμού της και ως προς τη συνολική συμπεριφορά της άλλης πλευράς.
Το πρόβλημα είναι ότι ο δανειολήπτης σπάνια ενημερώνεται έτσι. Συνήθως ενημερώνεται με τρόπο που παράγει φόβο. Του εμφανίζεται μία οφειλή ως δεδομένη. Του εμφανίζεται μία εταιρεία ειδικού σκοπού ως αυτονόητη δικαιούχος. Του εμφανίζεται μία εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων ως αυτονόητα νομιμοποιημένη. Του εμφανίζεται ένας πλειστηριασμός ως αναπόφευκτος. Και μέσα σε αυτό το περιβάλλον η πρώτη σκέψη του δεν είναι να αντιδράσει, αλλά να σωθεί όπως όπως. Εκεί ακριβώς αρχίζει η εκμετάλλευση της αδυναμίας του.
Η δική μου θέση απέναντι στα funds είναι καθαρή. Δεν τα αντιμετωπίζω ως ουδέτερους θεσμικούς συνομιλητές ούτε ως φυσική συνέχεια της τράπεζας με την οποία κάποτε συμβλήθηκε ο δανειολήπτης. Τα αντιμετωπίζω ως έναν μηχανισμό μαζικής είσπραξης, ο οποίος εμφανίζεται συχνά με τεράστια οικονομική και οργανωτική ισχύ απέναντι σε ανθρώπους που βρίσκονται ήδη σε θέση πίεσης. Το θεσμικό πλαίσιο των τελευταίων ετών δεν διαμορφώθηκε, κατά τη δική μου αντίληψη, με κέντρο τον δανειολήπτη. Διαμορφώθηκε κυρίως για να εξυπηρετήσει τη μαζική μεταβίβαση, διαχείριση και είσπραξη απαιτήσεων. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ο δανειολήπτης πρέπει να μετατραπεί σε λεία αυτού του μηχανισμού.
Άλλο είναι να αναγνωρίζεις ότι το πλαίσιο είναι δυσμενές και άλλο να παραδίδεσαι μέσα σε αυτό. Στη δικηγορία πολλές μάχες δεν δίνονται επειδή το περιβάλλον είναι ιδανικό. Δίνονται ακριβώς επειδή το περιβάλλον είναι δυσμενές. Και εκεί δεν κρίνεται μόνο η αξία της άμυνας. Πολλές φορές κρίνεται αν πρέπει να περάσεις και στην επίθεση. Διότι απέναντι στα funds δεν αρκεί πάντοτε να αποκρούεις. Πρέπει συχνά να αμφισβητείς ενεργητικά, να ανοίγεις ζητήματα νομιμοποίησης, να αναζητάς τα έγγραφα που δεν προσκομίζονται, να προσβάλλεις πράξεις εκτέλεσης, να αναδεικνύεις λογιστικές και δικονομικές αστοχίες, να δημιουργείς κόστος στην άλλη πλευρά. Η άμυνα προστατεύει. Η επίθεση, όταν γίνεται σωστά και στον κατάλληλο χρόνο, μπορεί να αλλάξει τον συσχετισμό.
Η θέση μου είναι απλή. Κανείς δεν πρέπει να χάνει την κατοικία του, την επαγγελματική του περιουσία ή την ασφάλεια της οικογένειάς του χωρίς να έχει προηγηθεί πραγματική νομική παρέμβαση. Όχι ένας πρόχειρος έλεγχος του φακέλου. Όχι μια γενική και αφηρημένη εκτίμηση. Και σίγουρα όχι η μοιρολατρική απάντηση ότι «αφού υπάρχει διαταγή πληρωμής, ή κατάσχεση όλα τελείωσαν».
Πραγματική παρέμβαση σημαίνει να ανοίξει ο φάκελος από την αρχή. Να ελεγχθεί η αρχική σύμβαση, οι πρόσθετες πράξεις, η καταγγελία, η διαταγή πληρωμής, η επιταγή προς πληρωμή, η κατάσχεση, η μεταβίβαση της απαίτησης, η ανάθεση διαχείρισης, οι τόκοι, οι χρεώσεις, οι καταλογισμοί και κάθε επιμέρους σημείο από το οποίο μπορεί να αλλάξει ο συσχετισμός. Γιατί πολλές φορές η άμυνα δεν βρίσκεται εκεί που φαίνεται με την πρώτη ματιά, αλλά εκεί που κανείς δεν μπήκε στον κόπο να ψάξει σοβαρά.
Σε πολλές περιπτώσεις το κρίσιμο δεν είναι μόνο αν ο δανειολήπτης κάποτε έλαβε ένα δάνειο. Ακόμη και εκεί όπου η αρχική δανειοδότηση δεν αμφισβητείται σοβαρά, δεν σημαίνει ότι αποδεικνύεται και η σημερινή απαίτηση όπως εμφανίζεται από το fund ή την εταιρεία διαχείρισης. Άλλο πράγμα είναι η ύπαρξη μίας παλαιάς τραπεζικής σχέσης και άλλο πράγμα η νόμιμη, πλήρης και ακριβής απόδειξη ότι το συγκεκριμένο ποσό, με τους συγκεκριμένους τόκους, τις συγκεκριμένες χρεώσεις και τη συγκεκριμένη διαδρομή μεταβίβασης, μπορεί σήμερα να αποτελέσει βάση αναγκαστικής εκτέλεσης.
Εδώ ακριβώς εμφανίζεται κάτι που πολλοί δανειολήπτες δεν γνωρίζουν, ότι η μαζικότητα με την οποία κινούνται τα funds παράγει πολλές φορές και προχειρότητα. Δεν έχουν απέναντί τους κάθε υπόθεση ως μοναδική ανθρώπινη και νομική περίπτωση. Τη βλέπουν συχνά ως μέρος χαρτοφυλακίου, ως αριθμό σύμβασης, ως υπόλοιπο προς είσπραξη, ως διαδικασία που πρέπει να προχωρήσει γρήγορα. Αυτή η λογική γεννά τυποποιημένα έγγραφα, ελλιπείς αναφορές, ασαφείς υπολογισμούς, ατελείς φακέλους, μεταβιβάσεις που επικαλούνται περισσότερα από όσα αποδεικνύουν, απαιτήσεις που παρουσιάζονται ως αυτονόητες ενώ δεν έχουν ελεγχθεί πραγματικά. Αυτή την προχειρότητα δεν πρέπει να τη φοβάσαι. Πρέπει να τη βρίσκεις και να την αξιοποιείς. Εκεί πολλές φορές κρύβεται το σημείο από το οποίο μπορεί να γυρίσει μία υπόθεση.
Απέναντι σε αυτό, η απάντηση δεν μπορεί να είναι ούτε ο θυμός ούτε η παραίτηση. Ο θυμός από μόνος του δεν ακυρώνει κατάσχεση. Η αγανάκτηση δεν αναστέλλει πλειστηριασμό. Η αίσθηση αδικίας δεν αρκεί για να κερδηθεί μία ανακοπή. Χρειάζεται δικονομική ακρίβεια, νομική σκέψη, ταχύτητα και στρατηγική. Χρειάζεται να ξέρεις ποιον λόγο θα προβάλλεις, πότε θα τον προβάλλεις, με ποια έγγραφα θα τον στηρίξεις και ποιον σκοπό υπηρετεί κάθε κίνηση. Χρειάζεται να μη χαθεί η προθεσμία, να μη χαθεί το κατάλληλο ένδικο βοήθημα, να μη χαθεί η δυνατότητα διαπραγμάτευσης από θέση ισχύος.
Δεν με ενδιαφέρει να δημιουργώ ψευδαισθήσεις. Δεν κερδίζονται όλες οι υποθέσεις με τον ίδιο τρόπο. Δεν ακυρώνονται όλοι οι πλειστηριασμοί και δεν εξαφανίζονται όλες οι απαιτήσεις. Εκείνο όμως που μπορώ να πω, με βάση τη δική μου μέχρι σήμερα διαδρομή σε τέτοιες υποθέσεις, είναι ότι όταν ο δανειολήπτης προσέρχεται εγκαίρως, όταν οι προθεσμίες δεν έχουν χαθεί και όταν υπάρχει ακόμη πραγματικό πεδίο νομικής παρέμβασης, η υπόθεση δεν πρέπει ποτέ να θεωρείται χαμένη. Στις υποθέσεις που χειρίστηκα εγκαίρως, ο κόσμος που με εμπιστεύθηκε δεν είδε την κατοικία του να χάνεται επειδή έμεινε ανυπεράσπιστος. Οι πραγματικά ασφυκτικές περιπτώσεις είναι εκείνες στις οποίες ο άνθρωπος έρχεται πολύ αργά, όταν οι προθεσμίες έχουν ήδη εκπνεύσει, οι πράξεις έχουν παγιωθεί και το νομικό έδαφος έχει περιοριστεί δραματικά.
Η ρύθμιση, όταν γίνεται σωστά και στηρίζεται σε πραγματικό έλεγχο των δεδομένων, μπορεί πράγματι να αποτελέσει λύση. Δεν πρέπει όμως να αντιμετωπίζεται ως πράξη άνευ όρων αποδοχής της απαίτησης ούτε ως αποτέλεσμα πίεσης, φόβου ή χρονικού πανικού μπροστά σε έναν επικείμενο πλειστηριασμό. Πριν από οποιαδήποτε υπογραφή, πρέπει να έχει ελεγχθεί πρώτα αν υπάρχει πράγματι οφειλή, σε ποιο ακριβώς ύψος, από ποια νόμιμη αιτία προκύπτει, αν έχει υπολογιστεί ορθά, αν οι τόκοι και οι χρεώσεις έχουν νόμιμη βάση, αν έχουν γίνει σωστοί καταλογισμοί των καταβολών, αν η μεταβίβαση και η διαχείριση της απαίτησης αποδεικνύονται πλήρως και αν οι πράξεις εκτέλεσης μπορούν να προσβληθούν.
Ακόμη περισσότερο, καμία προκαταβολή δεν πρέπει να καταβάλλεται απλώς για να αποδειχθεί «καλή διάθεση», χωρίς να είναι απολύτως σαφές τι θα συμβεί με τον πλειστηριασμό, με τις ήδη συντελεσθείσες πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης, με τη διαγραφή μέρους της απαίτησης, με την άρση των βαρών και με το τυχόν υπόλοιπο που θα εμφανίζεται μετά τη ρύθμιση. Η σωστή διαπραγμάτευση δεν ξεκινά από την παραδοχή ότι ο οφειλέτης δεν έχει άλλη επιλογή, αλλά από την ψύχραιμη αξιολόγηση του φακέλου, την ανάδειξη των νομικών, λογιστικών και αποδεικτικών αδυναμιών της απαίτησης και, όπου αυτό είναι αναγκαίο, από την οργανωμένη αμφισβήτηση των αδύναμων σημείων της άλλης πλευράς.
Σε αυτό το σημείο πολλοί δανειολήπτες καθυστερούν περισσότερο από όσο επιτρέπει η ίδια η διαδικασία, περιμένοντας να δουν πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα, να υπάρξει κάποια πρωτοβουλία από την άλλη πλευρά ή να εμφανιστεί μια λύση χωρίς σύγκρουση. Η στάση αυτή είναι απολύτως κατανοητή, ιδίως όταν υπάρχει φόβος για το κόστος, τη διαδικασία και την ένταση που συνεπάγεται η δικαστική ή εξώδικη αντίδραση. Στην αναγκαστική εκτέλεση όμως η αναμονή σπάνια λειτουργεί υπέρ του οφειλέτη, διότι οι προθεσμίες τρέχουν, τα δικαιώματα περιορίζονται, οι πράξεις εκτέλεσης παγιώνονται και, όταν τελικά ληφθεί η απόφαση για ουσιαστική αντίδραση, μπορεί να έχει ήδη χαθεί σημαντικό μέρος του διαθέσιμου νομικού εδάφους.
Γι' αυτό η πρώτη αντίδραση δεν πρέπει να είναι ούτε η βιαστική υπογραφή ούτε η πληρωμή από φόβο ούτε η τηλεφωνική συνεννόηση με κάποιον υπάλληλο που αύριο μπορεί να μην θυμάται τίποτα, χωρίς γραπτή αποτύπωση και χωρίς σαφές αποτέλεσμα. Σε τέτοιες υποθέσεις χρειάζονται έγγραφα, έλεγχος προθεσμιών, στρατηγική και καθαρή νομική γραμμή. Αν υπάρχει βάσιμος λόγος ανακοπής, πρέπει να εξεταστεί και να ασκηθεί εγκαίρως. Αν υπάρχει λόγος αναστολής, πρέπει να προβληθεί με συγκεκριμένη επιχειρηματολογία και όχι γενικά. Αν υπάρχει πραγματική δυνατότητα ρύθμισης, πρέπει ασφαλώς να αξιοποιηθεί, αλλά όχι πριν ο δανειολήπτης αποκτήσει σαφή εικόνα του φακέλου και διαμορφώσει θέση άμυνας, ώστε η διαπραγμάτευση να μη γίνεται από αδυναμία, αλλά από θέση νομικά επεξεργασμένη και δικονομικά υπολογίσιμη.
Οι εταιρείες απόκτησης και διαχείρισης απαιτήσεων δεν είναι ανίκητες. Είναι οργανωμένες, κινούνται με διαδικασίες, τυποποιημένα έγγραφα, οικονομική δύναμη και επιμονή και συχνά με μεγάλη ταχύτητα. Ακριβώς όμως αυτή η μαζικότητα, που τους δίνει επιχειρησιακή δύναμη, μπορεί να δημιουργεί και αδυναμίες, διότι σε πολλούς φακέλους εμφανίζονται κενά στην τεκμηρίωση, ελλείψεις στην απόδειξη της μεταβίβασης ή της διαχείρισης, ασάφειες στον υπολογισμό της απαίτησης, προβληματικοί καταλογισμοί και πράξεις εκτέλεσης που δεν έχουν ελεγχθεί ουσιαστικά. Απέναντι σε αυτά δεν αρκεί η καλή πρόθεση του δανειολήπτη ούτε μια γενική έκκληση για ρύθμιση. Χρειάζεται αντίστοιχη οργάνωση, ώστε η υπόθεση να πάψει να αντιμετωπίζεται ως απλή «οφειλή προς είσπραξη» και να μετατραπεί σε φάκελο που πρέπει να περάσει από πλήρη δικαστικό, λογιστικό και διαπραγματευτικό έλεγχο.
Εκεί αλλάζει ο συσχετισμός. Εκεί η άλλη πλευρά αντιλαμβάνεται ότι δεν έχει απέναντί της έναν άνθρωπο που θα υπογράψει επειδή τρόμαξε, αλλά μία υπεράσπιση που θα ελέγξει, θα αμφισβητήσει, θα προσβάλει και, όπου χρειαστεί, θα διαπραγματευθεί σκληρά. Δεν υπάρχει μεγαλύτερο λάθος από το να θεωρήσει κανείς ότι η μάχη απέναντι στα funds είναι μόνο δικαστική ή μόνο διαπραγματευτική. Είναι και τα δύο. Πολλές φορές η δικαστική άμυνα δημιουργεί τον αναγκαίο χρόνο για διαπραγμάτευση. Άλλες φορές η διαπραγμάτευση αποτρέπει την ανάγκη μεγαλύτερης σύγκρουσης. Άλλες φορές η σύγκρουση είναι αναπόφευκτη. Το κρίσιμο είναι να μη γίνεται τίποτα τυχαία.
Αυτό είναι το προσωπικό μου συμπέρασμα μετά από χρόνια ενασχόλησης με τέτοιες υποθέσεις. Ο δανειολήπτης χάνει πραγματικά όταν μείνει μόνος απέναντι στη διαδικασία, όταν πιστέψει ότι δεν έχει φωνή, όταν θεωρήσει ότι τα έγγραφα της άλλης πλευράς είναι εκ προοιμίου αλάνθαστα ή όταν αποδεχθεί τον φόβο ως νομική πραγματικότητα. Χάνει όταν αντιμετωπίσει την εταιρεία απόκτησης ή διαχείρισης απαιτήσεων ως δύναμη που δεν ελέγχεται και όταν ξεχάσει ότι ακόμη και μέσα σε ένα δυσμενές πλαίσιο υπάρχουν κανόνες, δικαστήρια, προθεσμίες, ενστάσεις, λόγοι ακυρότητας, δυνατότητες ρύθμισης και δικηγόροι που δεν θεωρούν έναν άνθρωπο χαμένο μόνο και μόνο επειδή αυτό προκύπτει από ένα έγγραφο, μία απαίτηση ή μία τυποποιημένη θέση της άλλης πλευράς.
Κανείς δεν πρέπει να παραδίδεται ως λεία. Όχι επειδή κάθε οφειλή είναι ανύπαρκτη ή κάθε πράξη εκτέλεσης είναι παράνομη, αλλά επειδή πολλές φορές η απαίτηση αποδεικνύεται εσφαλμένη, διογκωμένη, ανεπαρκώς τεκμηριωμένη ή προβληματική ως προς τη μεταβίβαση, τη διαχείριση, τους τόκους και τους καταλογισμούς. Πριν χαθεί ένα σπίτι, μια επαγγελματική περιουσία ή η ασφάλεια μιας οικογένειας, πρέπει να έχει εξαντληθεί κάθε νόμιμο μέσο. Πριν υπογραφεί μια ρύθμιση, πρέπει να έχει ελεγχθεί η απαίτηση. Πριν γίνει αποδεκτό ένα ποσό, πρέπει να έχει ζητηθεί αναλυτική εξήγηση του τρόπου υπολογισμού του. Πριν θεωρηθεί η εταιρεία απόκτησης απαιτήσεων ως αδιαμφισβήτητη δικαιούχος, πρέπει να έχει ελεγχθεί η διαδρομή της απαίτησης από την αρχική σύμβαση μέχρι τη σημερινή διαχείριση. Και πριν σκύψει το κεφάλι ο δανειολήπτης, πρέπει τουλάχιστον να γνωρίζει ότι η υπόθεσή του διαβάστηκε πραγματικά, ελέγχθηκε ουσιαστικά και δεν αντιμετωπίστηκε ως ένας ακόμη αριθμός σε έναν μαζικό μηχανισμό είσπραξης.
Αυτή είναι η δική μου στάση απέναντι στα funds. Όχι παράδοση, όχι φόβος, όχι άκριτη αποδοχή. Άμυνα όταν χρειάζεται άμυνα, επίθεση όταν χρειάζεται επίθεση, διαπραγμάτευση μόνο όταν υπηρετεί πραγματικά τον δανειολήπτη. Γιατί ένας άνθρωπος, η κατοικία του και η περιουσία του δεν μπορεί να αντιμετωπίζονται ως εύκολη λεία ενός μηχανισμού που έχει μάθει να κερδίζει κυρίως όταν ο άλλος δεν αντιδρά.
Verwandtes Rechtsgebiet
Bankrecht & Anfechtungen

Von
ΙΩΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ
ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ