6/25/2026
16 min read

Διέξοδος ή Παγίδα; Οι νέες τροποποιήσεις στον εξωδικαστικό μηχανισμό και ο κίνδυνος για τους δανειολήπτες

Διέξοδος ή Παγίδα; Οι νέες τροποποιήσεις στον εξωδικαστικό μηχανισμό και ο κίνδυνος για τους δανειολήπτες
Share this article:

Οι τροποποιήσεις των άρθρων 14 και 27 του Ν. 4738/2020 παρουσιάζονται ως προστασία της κύριας κατοικίας, αλλά κρύβουν σοβαρούς κινδύνους. Η σύμβαση αναδιάρθρωσης μετατρέπεται σε εκτελεστό τίτλο υπέρ των funds χωρίς προηγούμενο δικαστικό έλεγχο, με αποτέλεσμα αμφισβητούμενες και παλαιές απαιτήσεις να αποκτούν ισχύ που δεν θα αποκτούσαν ποτέ μέσω δικαστηρίου.

Οι προτεινόμενες τροποποιήσεις των άρθρων 14 και 27 του Ν. 4738/2020 για τον εξωδικαστικό μηχανισμό ρύθμισης οφειλών παρουσιάζονται, σε πρώτη ανάγνωση, ως μία ακόμη προσπάθεια διευκόλυνσης των οφειλετών και διάσωσης της κύριας κατοικίας τους. Η εικόνα που δημιουργείται είναι ότι ο οφειλέτης, αντί να οδηγηθεί στην απώλεια της κατοικίας του, θα μπορεί να αποδεχθεί μία συνολική ρύθμιση, στο πλαίσιο της οποίας θα εκποιηθούν άλλα ακίνητα της περιουσίας του, ώστε να ικανοποιηθούν οι πιστωτές και να παραμείνει προστατευμένη η κύρια κατοικία. Η εικόνα αυτή, όμως, είναι τουλάχιστον ελλιπής, διότι παρουσιάζει ως προστασία τη διατήρηση της κύριας κατοικίας, χωρίς να αναδεικνύει το πραγματικό ζήτημα, δηλαδή ποιο τίμημα αναλαμβάνει ο οφειλέτης, ποιες δεσμεύσεις αποδέχεται και ποιες δικονομικές συνέπειες παράγει η σύμβαση αναδιάρθρωσης του εξωδικαστικού μηχανισμού ρύθμισης των οφειλών.

Όμως στο δίκαιο των τραπεζικών απαιτήσεων, των τιτλοποιήσεων, των εταιρειών ειδικού σκοπού, των εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων και της αναγκαστικής εκτέλεσης, το κρίσιμο δεν είναι ποτέ η επικεφαλίδα μιας νομοθετικής παρέμβασης, αλλά το έννομο αποτέλεσμα που αυτή παράγει. Και εδώ το πραγματικό πρόβλημα είναι ότι η προτεινόμενη τροποποίηση δεν περιορίζεται στη δυνατότητα ρύθμισης οφειλών ή αξιοποίησης μέρους της περιουσίας του οφειλέτη για τη διάσωση της κύριας κατοικίας του. Συνδέει την αντιπρόταση των πιστωτών, την εκποίηση λοιπών ακινήτων και τη σύμβαση αναδιάρθρωσης με τη δημιουργία εκτελεστού τίτλου. Με άλλα λόγια, η σύμβαση που εμφανίζεται ως εργαλείο ρύθμισης ουσιαστικά μετατρέπεται σε δικονομικό όχημα εκτέλεσης υπέρ των πιστωτών και funds, πριν προηγηθεί ο έλεγχος που κανονικά θα απαιτούνταν σε μία διαταγή πληρωμής ή σε μία αγωγή.

Αυτό το σημείο είναι εξαιρετικά σημαντικό, διότι ο εξωδικαστικός μηχανισμός δεν λειτουργεί σε κενό πραγματικότητας. Δεν αφορά μόνο καθαρές, πρόσφατες, πλήρως αποδεδειγμένες και πλήρως εκκαθαρισμένες απαιτήσεις. Στην πράξη μπορεί να περιλαμβάνει στεγαστικά δάνεια, επιχειρηματικές πιστώσεις, καταναλωτικά δάνεια, πιστωτικές κάρτες, παλαιές συμβάσεις αλληλόχρεων λογαριασμών, δάνεια τραπεζών που τελούσαν ή τελούν υπό ειδική εκκαθάριση, απαιτήσεις που έχουν μεταβιβαστεί σε εταιρείες ειδικού σκοπού (funds), απαιτήσεις που έχουν περάσει από διαδοχικές μεταβιβάσεις και απαιτήσεις που διαχειρίζονται πλέον εταιρείες διαχείρισης, χωρίς ο οφειλέτης να έχει πάντοτε στα χέρια του πλήρη και αναλυτική εικόνα του ποιος ακριβώς είναι ο δικαιούχος, πώς απέκτησε την απαίτηση, ποιο είναι το πραγματικό υπόλοιπο και αν η απαίτηση είναι πράγματι δικαστικά επιδιώξιμη, στοιχείο που σε πολλές παλαιές και μεταβιβασμένες απαιτήσεις απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή.

Πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η κατηγορία των παλαιών απαιτήσεων της πρώην Αγροτικής Τράπεζας υπό ειδική εκκαθάριση. Πρόκειται για απαιτήσεις που σε πολλές περιπτώσεις δημιουργήθηκαν πριν από πολλά χρόνια, πέρασαν στο καθεστώς της ειδικής εκκαθάρισης, διαχειρίστηκαν από την PQH ως ειδική εκκαθαρίστρια και, σε επόμενα στάδια, μεταβιβάστηκαν ή συνδέθηκαν με εταιρείες ειδικού σκοπού, δηλαδή εταιρείες γνωστές στη δημόσια συζήτηση ως funds. Αυτή η πορεία δεν είναι απλή και δεν είναι νομικά αδιάφορη. Κάθε κρίκος της αλυσίδας έχει την δική του σημασία, δοθέντος ότι πρέπει να αποδεικνύεται ποια απαίτηση μεταβιβάστηκε και αν μεταβιβάστηκε νομίμως. Το ίδιο ζήτημα ανακύπτει και σε άλλες κατηγορίες μεταβιβασθεισών απαιτήσεων, όπως σε απαιτήσεις που συνδέονται με κυπριακές τράπεζες (MARFIN EGNATIA BANK, ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ, ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ κ.α.), όπου η ίδια η νόμιμη μεταβίβαση έχει αποτελέσει σοβαρό αντικείμενο αμφισβήτησης.

Σε τέτοιες περιπτώσεις το ερώτημα δεν είναι μόνο αν κάποτε υπήρξε μία δανειακή σχέση. Το καίριο και ουσιώδες ερώτημα είναι αν η σημερινή απαίτηση, όπως εμφανίζεται από τον νέο δικαιούχο (fund) ή τη διαχειρίστρια (servicer), μπορεί να αξιοποιηθεί και να σταθεί δικαστικά. Είναι πράγματι εκκαθαρισμένη; Έχει παραγραφεί; Έχουν υπολογιστεί νόμιμα οι τόκοι; Υπάρχουν πλήρεις καρτέλες των λογαριασμών εξυπηρέτησης των απαιτήσεων; Υπάρχει πρόβλεψη στο συμβατικό κείμενο καταγγελίας της σύμβασης δανείου. Είναι αυτή (καταγγελία) νόμιμη όταν ασκείται; Αποδεικνύεται η ειδική διαδοχή; Περιλήφθηκε πράγματι η συγκεκριμένη σύμβαση στο μεταβιβασθέν χαρτοφυλάκιο ή υπάρχει μόνο μία γενική αναφορά χωρίς επαρκή εξατομίκευση; Όλα αυτά είναι ζητήματα που σε μία διαταγή πληρωμής ή σε μία αγωγή πρέπει να αποδειχθούν υποχρεωτικά. Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις όπου τέτοιες απαιτήσεις μπορούν να αμφισβητηθούν με σοβαρότατες πιθανότητες επιτυχίας, ακριβώς επειδή είναι παλαιές, διογκωμένες, ανεκκαθάριστες, ελλιπώς τεκμηριωμένες, παραγεγραμμένες ή δυσχερώς δικαστικά επιδιώξιμες.

Εδώ αναδεικνύεται ο πραγματικός κίνδυνος των προτεινόμενων τροποποιήσεων. Μία απαίτηση που, αν ο πιστωτής επιχειρούσε να την εισπράξει με την έκδοση διαταγής πληρωμής ή με την άσκηση αγωγής, θα έπρεπε να αποδειχθεί με πληρότητα και θα μπορούσε να αποκρουστεί με ουσιαστικές και δικονομικές ενστάσεις, μπορεί να βρεθεί ενταγμένη σε μία συνολική σύμβαση αναδιάρθρωσης. Και τότε ο οφειλέτης, επειδή θέλει να σώσει την κύρια κατοικία του ή να αποφύγει μία επαχθέστερη εξέλιξη, κινδυνεύει να πληρώσει ή να ρυθμίσει απαίτηση που θα μπορούσε να αμφισβητήσει με αξιώσεις επιτυχίας ή να διαπραγματευθεί χωριστά με πολύ καλύτερους όρους.

Το ίδιο, βεβαίως, δεν αφορά μόνο τις απαιτήσεις της πρώην Αγροτικής Τράπεζας υπό ειδική εκκαθάριση. Αφορά και παλαιά καταναλωτικά δάνεια, πιστωτικές κάρτες, επιχειρηματικές πιστώσεις και, υπό προϋποθέσεις, ακόμη και δάνεια με εμπράγματες εξασφαλίσεις, όταν η απαίτηση έχει διογκωθεί από τόκους, έξοδα και πολυετή αδράνεια ή όταν έχει μεταβιβαστεί σε εταιρεία ειδικού σκοπού με απομειωμένη πραγματική αξία. Σε τέτοιες περιπτώσεις ο οφειλέτης μπορεί να έχει ισχυρότερο διαπραγματευτικό πλεονέκτημα εκτός του εξωδικαστικού μηχανισμού, ακριβώς επειδή μπορεί να αμφισβητήσει την ύπαρξη, το ύψος, τη νομιμοποίηση και τη δικαστική επιδιωξιμότητα της απαίτησης.

Η διαφορά είναι πρακτικά τεράστια. Όταν ο πιστωτής (fund) γνωρίζει ότι η απαίτησή του είναι παλαιά, αμφισβητούμενη, μη εισπράξιμη, πιθανώς παραγεγραμμένη, ανεκκαθάριστη ή προβληματική ως προς τη νομιμοποίηση, συχνά έχει λόγο να συζητήσει ρύθμιση με σημαντική απομείωση της οφειλής. Όταν όμως η ίδια απαίτηση μπει σε μία συνολική σύμβαση αναδιάρθρωσης, όπως αυτή θα προκύψει μέσα από τον εξωδικαστικό μηχανισμό ρύθμισης οφειλών, μαζί με άλλες απαιτήσεις και υπό τον φόβο απώλειας περιουσίας, το διαπραγματευτικό πλεονέκτημα του οφειλέτη μπορεί να χαθεί. Αντί ο οφειλέτης να αξιοποιήσει την αδυναμία του πιστωτή να αποδείξει δικαστικά την απαίτησή του, μπορεί, μέσω της αποδοχής της σύμβασης αναδιάρθρωσης, να του προσφέρει νέο και ισχυρότερο δικονομικό έρεισμα.

Αυτό ακριβώς καθιστά την προτεινόμενη τροποποίηση του άρθρου 27 τόσο επικίνδυνη για τους δανειολήπτες με απρόβλεπτες συνέπειες. Η σύμβαση αναδιάρθρωσης αναγνωρίζεται ως εκτελεστός τίτλος κατά το άρθρο 904 παρ. 2 περ. ζ΄ ΚΠολΔ για τις απαιτήσεις προς χρηματοδοτικούς φορείς. Με απλά λόγια, ο πιστωτής και εν τέλει το fund μπορεί να αποκτήσει μέσω της σύμβασης αναδιάρθρωσης όπως αυτή θα αποτυπωθεί στην πλατφόρμα του εξωδικαστικού μηχανισμού ρύθμισης των οφειλών, κάτι που, σε αρκετές περιπτώσεις, θα δυσκολευόταν ή και δεν θα μπορούσε να αποκτήσει μέσα από δικαστικές ενέργειες, δηλαδή τίτλο εκτέλεσης. Εκτελεστός τίτλος σημαίνει δυνατότητα επιταγής προς πληρωμή, αναγκαστικής εκτέλεσης, κατάσχεσης και, τελικά, πλειστηριασμού.

Ακόμη σοβαρότερο είναι ότι η νέα αυτή συνέπεια δεν φαίνεται να αφορά μόνο συμβάσεις αναδιάρθρωσης που θα υπογραφούν μετά την έναρξη ισχύος της διάταξης, αλλά και συμβάσεις που έχουν ήδη καταρτισθεί, εφόσον η αθέτηση επέλθει μετά τον νέο νόμο. Τυπικά, η διάταξη δεν εισάγει γνήσια αναδρομικότητα, αφού δεν καταλαμβάνει συμβάσεις αναδιάρθρωσης που είχαν ήδη αθετηθεί πριν από την έναρξη ισχύος του νέου νόμου. Ουσιαστικά όμως επιβαρύνεται εκ των υστέρων το δικονομικό περιβάλλον μέσα στο οποίο ο οφειλέτης υπέγραψε. Μία σύμβαση που κατά τον χρόνο υπογραφής της είχε συγκεκριμένες συνέπειες αποκτά μεταγενέστερα βαρύτερη εκτελεστική λειτουργία. Αυτό δημιουργεί σοβαρό ζήτημα ασφάλειας δικαίου, προστατευόμενης εμπιστοσύνης και πραγματικής δικαστικής προστασίας, ιδίως όταν η εκτελεστότητα συνδέεται με παλαιές, αμφισβητούμενες ή ανεκκαθάριστες απαιτήσεις. Αυτό δεν είναι μικρή ούτε απλή αλλαγή. Όταν ο πιστωτής ζητά διαταγή πληρωμής, πρέπει να αποδείξει εγγράφως την απαίτηση και το ποσό που ζητά, ενώ ο οφειλέτης μπορεί με ανακοπή να προβάλλει ενστάσεις που καταλύουν ή περιορίζουν το δικαίωμα είσπραξης. Όταν ο πιστωτής ασκεί αγωγή, πρέπει επίσης να θεμελιώσει πλήρως την απαίτησή του, να αποδείξει την ενεργητική του νομιμοποίηση, τη μεταβίβαση της απαίτησης, το εκκαθαρισμένο υπόλοιπο και να αντιμετωπίσει όλες τις ουσιαστικές και δικονομικές ενστάσεις του οφειλέτη. Αντίθετα, όταν η σύμβαση αναδιάρθρωσης των οφειλών, όπως θα προτείνεται μονομερώς από τα funds μέσω του εξωδικαστικού μηχανισμού, αποκτά ισχύ εκτελεστού τίτλου, ο έλεγχος αυτός δεν προηγείται. Μετατίθεται σε μεταγενέστερο στάδιο, όταν η σύμβαση έχει ήδη υπογραφεί, οι απαιτήσεις έχουν ήδη ενταχθεί στη ρύθμιση και ο οφειλέτης μπορεί πλέον να βρίσκεται αντιμέτωπος με κατάσχεση και πλειστηριασμό της περιουσίας του. Με άλλα λόγια, ο οφειλέτης μπορεί να μη χάνει θεωρητικά τις ενστάσεις του, αλλά κινδυνεύει να τις χάσει στην πράξη. Διότι άλλο είναι να υποχρεώνεται ο πιστωτής να αποδείξει πρώτα την απαίτησή του για να αποκτήσει τίτλο και άλλο να έχει ήδη στα χέρια του εκτελεστό τίτλο τη σύμβαση αναδιάρθρωσης, την οποία ο ίδιος ο οφειλέτης αποδέχθηκε. Στη δεύτερη περίπτωση, οι ενστάσεις παραγραφής, ανεκκαθάριστου υπολοίπου, έλλειψης νομιμοποίησης, προβληματικής μεταβίβασης ή μη απόδειξης της απαίτησης δεν προβάλλονται από θέση άμυνας πριν από τη δημιουργία τίτλου, αλλά εκ των υστέρων, μέσα σε ένα πολύ δυσμενέστερο δικονομικό περιβάλλον. Αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα, αφού μπορεί ο νόμος να μην καταργεί ρητά τις ενστάσεις, αλλά τις καθιστά πρακτικά πολύ πιο δύσκολες και πολύ λιγότερο αποτελεσματικές.

Για τον λόγο αυτό δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως τυπική λεπτομέρεια το γεγονός ότι ο οφειλέτης αποδέχεται τη σύμβαση αναδιάρθρωσης μέσα σε σύντομη προθεσμία. Για να ελεγχθεί σοβαρά μία τέτοια σύμβαση δεν αρκεί να δει κανείς τη μηνιαία δόση ή το συνολικό ποσό της ρύθμισης. Πρέπει να ελεγχθεί κάθε απαίτηση χωριστά. Πρέπει να εξεταστεί αν η απαίτηση υπάρχει, αν μπορεί να εισπραχθεί, αν έχει μεταβιβαστεί νόμιμα, αν ο εμφανιζόμενος δικαιούχος (fund) νομιμοποιείται, αν μπορεί πράγματι να εισπραχθεί, αν το υπόλοιπο είναι εκκαθαρισμένο, αν οι τόκοι έχουν υπολογιστεί νόμιμα, αν οι καταβολές έχουν καταλογιστεί ορθά και αν ο εγγυητής ή ο συνοφειλέτης διατηρεί δικές του ενστάσεις. Αυτός ο έλεγχος δεν γίνεται ουσιαστικά με μία βιαστική ανάγνωση της πρότασης. Πολύ περισσότερο δεν γίνεται όταν ο οφειλέτης βρίσκεται υπό τον φόβο και την απειλή απώλειας της κατοικίας του.

Εδώ υπάρχει και ένα πρακτικό ζήτημα που σπάνια λέγεται καθαρά. Ο εξωδικαστικός μηχανισμός προτείνεται και υποβάλλεται στην πράξη από πολλούς. Άλλοτε από οικονομικούς ή άλλους συμβούλους, οι οποίοι μπορεί να έχουν εμπειρία στη συγκέντρωση οικονομικών στοιχείων, όχι όμως κατ’ ανάγκην στην αξιολόγηση των ουσιαστικών και δικονομικών ενστάσεων που μπορούν να προστατεύσουν τον δανειολήπτη και να τον καταστήσουν πραγματικό συνομιλητή στη διαπραγμάτευση, αντί για απλό αποδέκτη μιας προτεινόμενης ρύθμισης. Η συγκεκριμένη σύμβαση, αν αποκτήσει εκτελεστική ισχύ, δεν είναι απλώς οικονομικό εργαλείο. Είναι κείμενο με βαρύτατες νομικές συνέπειες, οι οποίες δεν είναι βέβαιο ότι θα γίνουν αντιληπτές από τον οφειλέτη, αν η υπόθεση αντιμετωπιστεί μόνο ως ζήτημα δόσης, επιτοκίου και διάρκειας ρύθμισης.

Ακόμη και αν μέσα στη σύμβαση αναδιάρθρωσης υπάρχουν ρήτρες ενημέρωσης, αποδοχής ή αναγνώρισης, αυτό δεν αρκεί από μόνο του. Μία κρίσιμη δήλωση δεν παύει να είναι επικίνδυνη επειδή έχει τυπωθεί σε μία σελίδα της σύμβασης ή επειδή έχει ενσωματωθεί σε κάποιο παράρτημα. Αν ο οφειλέτης δεν αντιλαμβάνεται ότι με την αποδοχή του μπορεί να διευκολύνει τη δικαστική ή εκτελεστική επιδίωξη μίας αμφισβητούμενης απαίτησης, η συναίνεσή του είναι καθαρά τυπική και εφόσον η συναίνεση δίνεται μέσα σε περιβάλλον οικονομικής πίεσης, χωρίς εξειδικευμένη νομική καθοδήγηση και χωρίς σαφή επισήμανση των κινδύνων, με σύντομη προθεσμία και με κίνδυνο απώλειας περιουσίας, δεν μπορεί να εξομοιώνεται άκριτα με ελεύθερη και πλήρως ενημερωμένη παραίτηση από ουσιαστικές και δικονομικές ενστάσεις.

Το ζήτημα γίνεται ακόμη πιο σοβαρό επειδή η προτεινόμενη ρύθμιση δεν αφορά μόνο τον πρωτοφειλέτη. Η σύμβαση αναδιάρθρωσης προβλέπεται να ισχύει ως εκτελεστός τίτλος και κατά εγγυητών και συνοφειλετών, εφόσον έχουν συμβληθεί σε αυτή (ενν. στην σύμβαση αναδιάρθρωσης). Όμως ο εγγυητής δεν είναι απλώς ένας ακόμη υπογράφων ή ένας ακόμη αποδέκτης της σύμβασης. Το άρθρο 853 ΑΚ του αναγνωρίζει το δικαίωμα να προτείνει κατά του δανειστή τις μη προσωποπαγείς ενστάσεις του πρωτοφειλέτη, ακόμη και αν ο τελευταίος παραιτήθηκε μεταγενέστερα από αυτές. Αν λοιπόν η υπογραφή του στη σύμβαση αναδιάρθρωσης μπορεί να δημιουργήσει εκτελεστότητα και σε βάρος του, δηλαδή να ανοίξει τον δρόμο για κατάσχεση και πλειστηριασμό της δικής του περιουσίας, απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή. Η συνυπογραφή δεν μπορεί να καταλήξει σε σιωπηρή αποδυνάμωση ενστάσεων που ο νόμος του αναγνωρίζει.

Η βαρύτητα της αλλαγής γίνεται ακόμη μεγαλύτερη όταν η εκτελεστότητα της σύμβασης αναδιάρθρωσης συνδέεται με τη διαδικασία εκποίησης των λοιπών ακινήτων. Διότι εκεί το ζήτημα δεν είναι πλέον μόνο αν ο πιστωτής αποκτά εκτελεστό τίτλο, αλλά αν η περιουσία του οφειλέτη μπορεί να οδηγηθεί σε εκποίηση με περιορισμένο και καθυστερημένο δικαστικό έλεγχο. Το ζήτημα αυτό εμφανίζεται με ιδιαίτερη ένταση στη διαδικασία εκποίησης των λοιπών ακινήτων. Η προτεινόμενη ρύθμιση εμφανίζει την εκποίηση ως μέρος της λύσης, αλλά ταυτόχρονα οργανώνει μία διαδικασία που κινείται με βάση τη σύμβαση αναδιάρθρωσης και όχι με την κλασική διαδρομή της αναγκαστικής εκτέλεσης. Αν μάλιστα παραμείνουν οι περιορισμοί ή αποκλεισμοί βασικών ενδίκων βοηθημάτων και διατάξεων της κοινής εκτέλεσης, όπως της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ, της ανακοπής τρίτου του άρθρου 936 ΚΠολΔ, της διορθωτικής ανακοπής του άρθρου 954 παρ. 4 ΚΠολΔ, της αναστολής του άρθρου 938 ΚΠολΔ και άλλων κρίσιμων μηχανισμών προστασίας, τότε το πρόβλημα δεν είναι απλώς ότι η διαδικασία γίνεται ταχύτερη. Το πρόβλημα είναι ότι γίνεται ταχύτερη επειδή περιορίζονται οι δικλείδες δικαστικού ελέγχου. Με άλλα λόγια, ο οφειλέτης μπορεί να έχει υπογράψει ένα κείμενο χωρίς να έχει αντιληφθεί πλήρως τους κινδύνους του και στη συνέχεια να βλέπει την περιουσία του να οδηγείται σε εκποίηση με πολύ περιορισμένη δυνατότητα ουσιαστικής και έγκαιρης άμυνας.

Από την άποψη αυτή, η γενική αναφορά ότι κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης επιτρέπονται τα ένδικα βοηθήματα της κείμενης νομοθεσίας δεν αρκεί, αν στο ειδικότερο και πρακτικά κρισιμότερο πεδίο της εκποίησης περιορίζονται τα μέσα άμυνας του οφειλέτη. Η δικαστική προστασία δεν κρίνεται από το αν αναφέρεται αφηρημένα σε μία διάταξη, αλλά από το αν μπορεί πράγματι να ασκηθεί εγκαίρως και αποτελεσματικά πριν επέλθει η απώλεια της περιουσίας. Άλλο είναι να έχει ο οφειλέτης μία θεωρητική δυνατότητα αντίδρασης και άλλο να έχει πραγματικό δικαίωμα να θέσει ενώπιον δικαστηρίου, εγκαίρως, ζητήματα ύπαρξης της απαίτησης, παραγραφής, νομιμοποίησης, εκκαθάρισης, αξίας του ακινήτου και αναλογικότητας της εκποίησης.

Υπό αυτό το πρίσμα, το ζήτημα δεν είναι μόνο οικονομικό ή διαπραγματευτικό αλλά αγγίζει τον ίδιο τον πυρήνα της δικαστικής προστασίας. Η αναγκαστική εκτέλεση και η απώλεια ακίνητης περιουσίας δεν είναι απλές διαδικαστικές συνέπειες, αλλά το σημείο όπου η απαίτηση του πιστωτή (fund) μετατρέπεται σε πραγματική επέμβαση στην περιουσία του οφειλέτη. Αν ο δικαστικός έλεγχος μετατίθεται χρονικά ή περιορίζεται ουσιαστικά, ιδίως σε διαδικασία εκποίησης ακινήτων, τότε η προστασία του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος και του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ κινδυνεύει να μείνει περισσότερο τυπική παρά αποτελεσματική.

Αν ο νομοθέτης επιθυμεί πράγματι να καταστήσει τον εξωδικαστικό μηχανισμό αποτελεσματικό, οφείλει να το πράξει χωρίς να μετατρέψει την αποτελεσματικότητα σε παράκαμψη της δίκης και χωρίς να φαλκιδεύει τα δικαιώματα του οφειλέτη. Πρέπει να προβλεφθεί ρητά ότι η υπογραφή της σύμβασης αναδιάρθρωσης δεν συνιστά αναγνώριση της ύπαρξης, του ύψους, της μη παραγραφής, της εκκαθάρισης ή της νομιμοποίησης οποιασδήποτε απαίτησης, ούτε παραίτηση από ενστάσεις του οφειλέτη, του εγγυητή, του συνοφειλέτη ή εκείνου που έχει παράσχει εμπράγματη ασφάλεια. Κάθε απαίτηση που εντάσσεται στη ρύθμιση πρέπει να αναλύεται χωριστά, με πλήρη αναφορά στον αρχικό δικαιούχο, στη σύμβαση, στο ιστορικό μεταβίβασης, στο κεφάλαιο, στους τόκους, στα έξοδα, στις καταβολές, στις ασφάλειες και στα γεγονότα που τυχόν επηρεάζουν την παραγραφή. Χωρίς τέτοια ανάλυση, η απαίτηση δεν πρέπει να παράγει εκτελεστότητα.

Και ακόμη και αν όλα αυτά αναφέρονται στη σύμβαση, πρέπει να είναι σαφές ότι ο οφειλέτης, ο εγγυητής, ο συνοφειλέτης και ο ασφαλειοδότης, δηλαδή το πρόσωπο που δεν έχει αναλάβει προσωπικά την οφειλή αλλά έχει παράσχει εμπράγματη ασφάλεια επί περιουσιακού του στοιχείου, – κοινώς έχει βάλει υποθήκη το σπίτι του και εν γένει οιοδήποτε περιουσιακό του στοιχείο - διατηρούν τη δυνατότητα να τα επικαλεστούν και εκ των υστέρων, εφόσον ανακύψει εκτέλεση ή εκποίηση. Η αποδοχή της σύμβασης δεν πρέπει να σημαίνει τυφλή αναγνώριση. Δεν πρέπει να σημαίνει ότι ο οφειλέτης έχασε κάθε δικαίωμα να αμφισβητήσει την απαίτηση, τη νομιμοποίηση, την παραγραφή ή το ύψος της οφειλής. Διότι αν η ίδια η εκτελεστότητα της σύμβασης οδηγεί πρακτικά σε αυτό το αποτέλεσμα, τότε ο εξωδικαστικός μηχανισμός δεν ρυθμίζει απλώς οφειλές. Νομιμοποιεί εκτελεστικά απαιτήσεις που μπορεί να ήταν σοβαρά προβληματικές.

Περαιτέρω, πρέπει να υπάρχει πραγματικός χρόνος νομικού ελέγχου. Δεν μπορεί να ζητείται από τον οφειλέτη να ελέγξει μέσα σε ασφυκτική προθεσμία όσα οι τράπεζες, οι εκκαθαριστές, οι εταιρείες ειδικού σκοπού (funds) και οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων (servicer) χρειάστηκαν χρόνια, νομικά τμήματα και εξειδικευμένους συμβούλους για να οργανώσουν. Η βιασύνη σε τέτοια διαδικασία δεν είναι ουδέτερη. Λειτουργεί σχεδόν πάντοτε υπέρ εκείνου που έχει την πληροφορία, τα έγγραφα και τη θεσμική εμπειρία και εις βάρος εκείνου που προσπαθεί να αποφύγει την απώλεια της περιουσίας του.

Το ουσιαστικό συμπέρασμα είναι ότι οι τροποποιήσεις του εξωδικαστικού μηχανισμού δεν πρέπει να αξιολογηθούν μόνο με βάση το αν υπόσχονται διάσωση της κύριας κατοικίας, που εν τοις πράγμασι δεν ισχύει. Πρέπει να αξιολογηθούν με βάση το τι ζητούν από τον οφειλέτη ως αντάλλαγμα αυτής της υποτιθέμενης διάσωσης. Αν το αντάλλαγμα είναι η αποδοχή ενός συνολικού πακέτου απαιτήσεων χωρίς πλήρη δικαστικό ή ουσιαστικό νομικό έλεγχο, και αν το αποτέλεσμα είναι η παραγωγή εκτελεστού τίτλου υπέρ των πιστωτών, τότε η προστασία μετατρέπεται σε μηχανισμό δέσμευσης.

Ο εξωδικαστικός μηχανισμός ρύθμισης οφειλών δεν πρέπει να γίνει τρόπος να αποκτούν νέα εκτελεστική δύναμη απαιτήσεις που θα ήταν δύσκολο να επιδιωχθούν δικαστικά. Δεν πρέπει παλαιές απαιτήσεις της πρώην Αγροτικής Τράπεζας υπό ειδική εκκαθάριση, διογκωμένες καταναλωτικές οφειλές, πιστωτικές κάρτες, ανεκκαθάριστα υπόλοιπα και αμφισβητούμενες μεταβιβάσεις να εντάσσονται σε ένα συνολικό σχήμα και να αποκτούν, μέσω της σύμβασης αναδιάρθρωσης, κύρος που ενδεχομένως δεν θα αποκτούσαν ποτέ ενώπιον Δικαστηρίου. Η πραγματική προστασία του οφειλέτη δεν βρίσκεται στο να οδηγείται σε γρήγορη αποδοχή μιας συνολικής ρύθμισης, αλλά στο να γνωρίζει τι ακριβώς αποδέχεται, ποιες απαιτήσεις ρυθμίζει, ποιες ενστάσεις διατηρεί και ποιες συνέπειες παράγει η υπογραφή του. Δεν βρίσκεται στη μετατροπή της σύμβασης αναδιάρθρωσης σε εκτελεστό τίτλο χωρίς επαρκείς εγγυήσεις, αλλά στη σαφή διάκριση ανάμεσα στις πραγματικές, εκκαθαρισμένες και νόμιμα μεταβιβασμένες απαιτήσεις και σε εκείνες που είναι παλαιές, αμφισβητούμενες, παραγεγραμμένες ή διογκωμένες. Και, κυρίως, δεν βρίσκεται στη διάσωση της κύριας κατοικίας με τίμημα την απώλεια κάθε άλλης περιουσιακής και δικονομικής άμυνας, αλλά σε μία ρύθμιση που στηρίζεται σε διαφάνεια, αναλογικότητα και πραγματικό δικαστικό έλεγχο.

Διότι, στο τέλος, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι η ταχύτητα λειτουργίας του εξωδικαστικού μηχανισμού, αλλά το όριο πέρα από το οποίο η ταχύτητα μετατρέπεται σε παράκαμψη του ουσιαστικού ελέγχου της απαίτησης. Και σε ένα κράτος δικαίου η απάντηση δεν μπορεί παρά να είναι αρνητική. Καμία ανάγκη επιτάχυνσης, καμία ανάγκη ρύθμισης και καμία επίκληση προστασίας της κύριας κατοικίας δεν μπορεί να δικαιολογήσει τη μετατροπή αμφισβητούμενων, ανεκκαθάριστων ή δυσχερώς δικαστικά επιδιώξιμων απαιτήσεων σε εκτελεστούς τίτλους χωρίς προηγούμενο ουσιαστικό έλεγχο.

Ο δανειολήπτης που προσέρχεται στον εξωδικαστικό μηχανισμό για να σώσει το σπίτι του δεν πρέπει να εξέρχεται από αυτόν έχοντας άθελά του ενισχύσει τον πιστωτή (fund) που προηγουμένως θα δυσκολευόταν να αποδείξει την απαίτησή του. Αν η ρύθμιση δεν θωρακιστεί με σαφείς εγγυήσεις, ο εξωδικαστικός δεν θα λειτουργεί μόνο ως μηχανισμός ρύθμισης οφειλών. Θα λειτουργεί επί της ουσίας ως μηχανισμός θεραπείας των αδυναμιών των πιστωτών. Και αυτό δεν είναι προστασία του οφειλέτη. Είναι μεταφορά του δικονομικού κινδύνου από τον πιστωτή (fund) στον δανειολήπτη.

Related practice area

Out-of-Court Mechanism & Negotiations

View practice area
Share this article:
ΙΩΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ

By

ΙΩΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ

ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ

Have you been served with a payment order, seizure or auction notice?

Immediate file review